Από τον Αλέξανδρο Κοντόπουλο
Παραδοσιακά τα τελευταία χρόνια, συχνάζω τα καλοκαίρια σε γνωστό παραλιακό μαγαζί της Αθήνας. Ποτέ μου δε γούσταρα τα κλαμπ, την κάπνα και την αφόρητα δυνατή μουσική, αλλά αυτό το μαγαζί έχει κάτι που μ΄αρέσει και τίποτα από αυτά που μ΄ενοχλούν. Το μεγαλύτερο φυσικά ρόλο τον παίζει το ότι είναι ανοιχτό και δίπλα στη θάλασσα . Παρέα μου στο συγκεκριμένο μέρος, ο Βασίλης, καμιά 15αρια χρόνια φίλος μου, κάτοικος Γερμανίας πλέον λόγω βίτσιου (ανώτατες σπουδές), αλλά στα μάτια μου αιώνια έφηβος, αφού πιθανότατα να έπαιζε ακόμα και θάρρος η αλήθεια, αν του το πρότειναν...
Αυτό το καλοκαίρι δε θύμιζε τα άλλα, ούτε και σ΄αυτό το μέχρι πρότινος ''πρόσχαρο'' μαγαζί. Συμφώνησε και ο Bill. Παρά τη ζέστη, ευτυχώς όχι αφόρητη, τις πιο πολλές φορές έκανε μια ''ψύχρα'' που σε αρρώσταινε. ''Ψύχρα'' σαν αυτή του Παπακωνσταντίνου στη Βικτώρια.
Υποτίθεται ότι το καλοκαίρι χαλαρώνεις, αφού οι ρυθμοί σου πέφτουν, οι διακοπές σου σε περιμένουν και η διάθεση σου είναι πιο ευχάριστη. Κάτι τέτοιο όμως δε φάνηκε. Ο κόσμος πιο μαζεμένος από ποτέ, προβληματισμενος και χωρίς διάθεση για επικοινωνία. Μοναδικός σκοπός μιας εξόδου η διαδικτυακή της αξιοποίηση. Συνήθως έβλεπες τα κινητά σε περίοπτη θέση, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από τους χρήστες τους, είτε για να δηλώσουν την τοποθεσία που βρίσκoνται, είτε για να ποστάρουν την αφεντομουτσουνάρα τους. Ακριβώς αυτό. Εκεί που νόμιζες ότι τις τέσσερις κοπέλες στο απέναντι τραπέζι θα τις πάρει ο ύπνος, η χρήση του κινητού τους έδινε και πάλι ζωή. Και κάπου εκεί ξεκινούσε έναν αέναος αγώνας, προκειμένου να πείσουν το φιλοθεάμον διαδικτυακο κοινό τους για το πόσο καλά περνούσαν. Βέβαια εμείς που καθόμαστε απέναντι τους γνωρίζαμε την πάσα αλήθεια. Ο Βασίλης, που ζει στην άγνοια τα τελευταία χρόνια λόγω μετανάστευσης, δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι κάποιοι επιδιώκουν να βγαίνουν έξω για να ενισχύσουν το ''μέσα'', το ιντερνετικό τους προφίλ. Όπως και να το κάνουμε, έστω και αν είναι μόδα, αυτό είναι αρρωστημένο.
Αναρωτιέμαι τι σχέση έχουν όλοι αυτοί με τον έρωτα. Εννοώ τον πραγματικό, όχι τον ποσταρισμένο. Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι αυτός περνά σε δεύτερη και τρίτη μοίρα. Την ώρα που κάποιοι δεν αποχωρίζονται το κινητό τους, προκειμένου να είναι σε απευθείας σύνδεση με το μέσα κόσμο, δεν υπάρχουν ούτε λουλούδια ούτε έρωτες. Πάνω απ΄όλα μια εικονική επιβεβαίωση.
Ακόμα και τα καμάκια της εποχής έχουν αρχίσει να προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα. Επαγγελματίας καμάκιας χορευτής, μόλις του τελείωσε το plan A, o χορός, προχώρησε στο plan B που ήταν μια κοινή φωτογράφηση για instagram ή facebook.
Είναι σαφές ότι πλέον το ζητούμενο δεν είναι ο έρωτας. Αμα ρωτήσεις τους περισσότερους, θα σου πουν ότι προτιμούν μια αρμονική συνύπαρξη από μια θυελλώδη σχέση πάθους. Μόνο που για να έχεις μια αρμονική συνύπαρξη, πρέπει να έχεις ξεκινήσει από κάπου. Από μια έντονη στιγμή και όχι από ένα φλατ σκοπό. Άντε όμως να εξηγήσεις στον αδαή ότι οι στιγμές σε δένουν περισσότερο από τα κοινά.
Καταλαβαίνω τα πρόσωπα των ερωτευμένων. Ο έρωτας δεν είναι κατσούφης. Καταστροφικός ναι, κατσούφης όχι. Υπάρχουν βέβαια κάποιοι λίγοι που τον αναζητούν. Αυτοί ξέρουν καλά ότι η απουσία έρωτα είναι αυτή που ασχημαίνει τα βράδια τους. Όχι τόσο γιατί δεν αντέχουν την απουσία το βράδυ, αλλά γιατί φοβούνται πώς θα τους βρει το πρωί...
Για να βρείτε τον Αλέξανδρο Κοντόπουλο στο facebook, πατήστε εδώ.





