Αλέξης Σταμάτης:
«Βιώνοντας το Βιβλίο της Βροχής : Δε νιώθω τη σταγόνα που περνάει, νιώθω τη σταγόνα που προστίθεται»

Από τον Απόστολο Μουτιάκα
Ο Αλέξης Σταμάτης είναι ένας από τους πιο αξιόλογους Ελληνες συγγραφείς. Με αφορμή την έκδοση του νέου του βιβλίου, τον επισκεφτήκαμε και απολαύσαμε την αποκλειστική συνέντευξη που μας παραχώρησε.
Έχεις γράψει αρκετά μυθιστορήματα: το πρώτο ήταν ο Έβδομος Ελέφαντας και το δεύτερο το Μπαρ Φλωμπέρ, που έχουνε κάνει και πολλές εκδόσεις στο εξωτερικό όπως και η Αμερικάνικη Φούγκα που έχει εκδοθεί στην Αμερική. Γιατί μόνο αυτά και όχι και τα άλλα.
Ο Έβδομος Ελέφαντας (Κέδρος, 1998) , είναι ουσιαστικά το πρώτο μου πεζό γιατί έχω αρχίσει σαν ποιητής. Εκείνη την εποχή υπήρχε μια πολιτική βιβλίου στην Ελλάδα - μόλις είχε συσταθεί το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου - το οποίο έκανε μια πρόσκληση ξένων εκδοτών στην Ελλάδα με σκοπό να γίνει μια γνωριμία με τους τοπικούς φορείς του βιβλίου. Έτσι λοιπόν γνωρίστηκα με έναν Εγγλέζο εκδότη τον Gary Pulsifer - έχει την Arcadia Books. Αργότερα έτυχε να πάω στο Λονδίνο έχοντας στα χέρια μου μια μετάφραση του βιβλίου, όχι λογοτεχνική ,μια και μου την είχε κάνει ο πατέρας μου, αλλά ωστόσο τόσο κατατοπιστική, ώστε να είναι σαφές το κλίμα του βιβλίου. Του την έδωσα λοιπόν με πιθανότητα μία στο εκατομμύριο να βγει στην Αγγλία.
Του Gary όμως του άρεσε το βιβλίο. Μετά από τρεις μέρες πήρα ένα τηλεφώνημα και παραλίγο να μου πέσει το ακουστικό από τα χέρια.
Το βιβλίο έγινε longseller στην Ελλάδα (αργότερα ξαναβγήκε από τον Καστανιώτη) και βγήκε σε οκτώ γλώσσες δίνοντας μου την ευκαιρία να παρευρεθώ σε πάρα πολλά Φεστιβάλ, στρογγυλά τραπέζια, συζητήσεις , και παρουσιάσεις ανά τον κόσμο, από το Σύδνεϋ μέχρι Μόντρεαλ και από την Σαγκάη ως τη Λετονία. Μετά από 16 χρόνια φέτος βγήκε και στην Βουλγαρία
Η Αμερικάνικη Φούγκα, ήταν μια άλλη μοναδική εμπειρία .Το 2004 πήρα μια πολύ σημαντική υποτροφία από το Fulbright και συμμετείχα σε ένα πολύ διάσημο πρόγραμμα δημιουργικής γραφής στην Iowa City η οποία είναι μία μικρή πόλη Μεσοδυτικών Πολιτειών στην Αμερική με πάρα πολύ γνωστό τμήμα δημιουργικής γραφής . Η εμπειρία αυτή με οδήγησε σε ένα βιβλίο που ο κεντρικός ήρωας είναι ένας Έλληνας που βρίσκεται σε μια τεράστια κρίση στη ζωή του. Κάποια στιγμή αλλάζει ταυτότητα με έναν νεκρό. Ξεκίνησα να γράφω το βιβλίο το 2004 και την τέλειωσα το 2006. Όταν βγήκε στα ελληνικά δέχτηκα μια πρόταση να συμμετάσχω σε ένα πρόγραμμα του αντίστοιχου Υπουργείου Πολιτισμού της Αμερικής που δίνει ένα βραβείο που αντιστοιχεί σε μετάφραση του έργου, έκδοση του από εκδοτικό οίκο της Αμερικής και promotion tour του συγγραφέα στην Αμερική.
Τελικά πήρα το πρώτο βραβείο μαζί με την Αμάντα Μιχαλοπούλου. Πέραν της μεγάλης τιμής, το σημαντικό ήταν η promotion tour. Μέσα σε 40 μέρες παρουσίασα το βιβλίο σε 20 διαφορετικά μέρη, από τη Νέα Υόρκη μέχρι το Λος Άντζελες. Πήγα στο Harvard, στο Yale, σε κάτι μικρά και μεγάλα βιβλιοπωλεία στη Νέα Υόρκη, στο Κέντ , στο Σαν Φρανσίσκο, στο Λος Άντζελες και αλλού.
Μια μυθική περιοδεία που έγινε πάρα πολύ γρήγορα, σε 40 μέρες είδα μια ολόκληρη ήπειρο κι έζησα πολύ έντονες εμπειρίες.
Θα μου πείτε όλα καλά, έχεις μεταφραστεί σε τόσες γλώσσες, δεν θα έπρεπε να έχεις κανένα παράπονο. Όμως δεν είναι ακριβώς έτσι. Τι να το κάνεις ένα βιβλίο που απλά βγαίνει γα να βγει χωρίς πλάνο διανομής, χωρίς στοχευόμενη στρατηγική, χωρίς ατζέντη, χωρίς ένα φορέα να σε υποστηρίζει . Το βιβλίο χάνεται στο πέλαγος. Εξ άλλου στο εξωτερικό δεν έχουν ιδέα για τη νέα ελληνική λογοτεχνία, δεν υπάρχει κάποιο ρεύμα , δεν υπάρχει κάποιος μεγάλος συγγραφέας γύρω από τον οποίο να χτιστεί μια σχολή, δεν υπάρχει μια δεσπόζουσα θεματική. Η αντιμετώπιση του Έλληνα συγγραφέα έχει μείνει στην εποχή του Ζορμπά, από εμάς θέλουνε κάτι εξωτικό, θέλουν βιβλία που να ασχολούνται με μεγάλα ονόματα του παρελθόντος όπως την Κάλας, τον Ωνάση κλπ. Όλα αυτά θα ήθελαν μια σοβαρή πολιτική βιβλίου, με σχεδιασμό και όραμα. Αύτη τη στιγμή αυτά είναι πολυτέλειες. Πάντως εδώ και κάποια χρόνια ο Έλληνας συγγραφέας είναι ο τελευταίος τροχός της αμάξης, πλήρως απαξιωμένος. Οι πωλήσεις είναι ελάχιστες και είναι αστείο να πει κανείς ότι ζει από τα βιβλία του.
Αυτά εσένα δεν σε αγγίζουν;
Όχι… δεν γράφω με το μυαλό μου στον αναγνώστη. Έτσι ώστε να κάνω ένα μπέστ σέλερ η να εκμεταλλευτώ μια κατάσταση που «παίζει».. .Δεν έχω κερδίσει χρήματα από τη συγγραφή , έχω κερδίσει όμως απόλαυση και εμπειρίες. Και κυρίως, το να κάνω αυτό που αγαπώ κι επιθυμώ βαθύτατα.
Πατέρας αρχιτέκτονας ο Κώστας Σταμάτης, έχει κτίσει αρκετά από τα «Ξενία», μητέρα ηθοποιός η Μπέτυ Αρβανίτη και θεία ποιήτρια η Κατερίνα Αγγελάκη Ρούκ… εσύ ξεκινάς σαν Αρχιτέκτονας, επηρεάζεσαι από τον πατέρα σου σαν πρότυπο, δεν σε ακουμπά η υποκριτική, αν και αργότερα ακουμπάς κι εκεί σαν θεατρικός συγγραφέας αλλά σε κερδίζει τελικά το επάγγελμα της θείας.
Πες μου για αυτά τα τρία πρόσωπα…
Τα τρία πρόσωπα αυτά συνδέονται: η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ είναι πρώτη ξαδέρφη του πατέρα μου και είναι ο άνθρωπος που γνώρισε τον πατέρα μου στη μάνα μου, είναι η αιτία της ύπαρξής μου. Η δε Κατερίνα είναι βαφτισιμιά του Καζαντζάκη, ο οποίος Καζαντζάκης έχει γράψει ένα μέρος της «Οδύσσειας» στο σπίτι μας στο Πήλιο. Όσο για τα οικογενειακά μου, ήταν εξαιρετικά περίπλοκα. Είμαι παιδί χωρισμένων γονέων, έχω μείνει μέχρι τα 3 μου με τη μάνα μου, μέχρι τα 13 μου με τον πατέρα μου και μέχρι τα 18 με τη μάνα μου και πάλι. Οι γονείς μου είναι άνθρωποι πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους, αλλά είχαν ένα κοινό: τη μεγάλη αγάπη για τη γνώση, μεγάλωνα σε ένα σπίτι που είχε πάντα βιβλία, ένα χώρο που με πηγαίνανε προς τα εκεί, προς τη γνώση.
Μάθαμε λοιπόν, ότι δε λες «η Μπέτυ», αλλά «η μάνα μου». ΟΚ! Σε λένε Ντόριαν Γκρέυ επειδή είσαι αγέραστος, θέλω να μου πεις τι είναι ωριμότητα για σένα, αν θεωρείς ότι είσαι ώριμος, αν φοβάσαι να μεγαλώσεις;
Μου λένε πως μοιάζω γενικά νεώτερος παρόλο που έχω περάσει πάρα πολλά, πολλές ταλαιπωρίες, εξαρτήσεις, κλπ έχω καταταλαιπωρήσει τον οργανισμό μου. Ωστόσο αυτές τις καταστάσεις ποτέ δεν τις αντιμετώπισα σε ψυχολογικό επίπεδο τοξικά, είχα πάντα λύσεις και τις ξεπέρασα όλες.
Ξέρεις στην κολύμβηση υπάρχουν τέσσερα στιλ: το πιο απλό λέγεται πρόσθιο Θυμίζει την κίνηση του βατράχου μέσα στο νερό με ταυτόχρονη κίνηση χεριών και ποδιών. Τα δύο χέρια «τραβάνε» όσο το δυνατόν περισσότερο νερό με τους αγκώνες ανοιχτούς, προχωράς πάντα μπροστά και αφήνεις τα απόνερα πίσω, αυτή λοιπόν η αίσθηση του πρόσθιου μου είναι πολύ έντονη μέσα μου, μπορεί λοιπόν να υπάρχουν διάφορα ζητήματα μπροστά μου τα όποια όμως διασχίζω αντιμετωπίζοντάς τα και τα απόνερα τους τα πετάω πίσω μου.
Έχω περάσει εποχές μεγάλης κατάχρησης και εποχές ανωριμότητας έχοντας κάνει απίθανες υπερβολές, αλλά ταυτόχρονα λειτουργούσα - όσο και να φαίνεται αντιφατικό - μέσα σε αυτή την πλατφόρμα του προσθίου που σου έλεγα, ήξερα ότι στο τέλος θα τη γλιτώσω, και αυτό γιατί στο τέλος του τούνελ υπάρχει εντέλει μια «ειδικού τύπου» ωριμότητα και μια «εκ των ενόντων δικαιοσύνη». Μπορεί σε πρώτο πλάνο έχω μια παιδικότητα , αλλά ο πυρήνας, η ουσία, η διαίσθηση , είναι πάρα πολύ στέρεα χτισμένα μέσα μου και τα εμπιστεύομαι απόλυτα, με έχουν γλιτώσει από απίθανα πράγματα.
Το να φοβάσαι να μεγαλώσεις για παράδειγμα …. όχι καθόλου, δε νιώθω τη σταγόνα που περνάει, νιώθω τη σταγόνα που προστίθεται.
Δεν έχω διαβάσει τα «Μελίσσια», το τελευταίο σου βιβλίο, νομίζω υπάρχει ένας συμβολισμός ότι το μελίσσι είναι η οικογένεια, και θέλω να μου πεις και για την οικογένεια τη δυνητική τη δική σου, δεν έχεις κάνει οικογένεια μέχρι τώρα , αν το έχεις στο πρόγραμμα;
Τα Μελίσσια έχουν ένα διττής σημασίας τίτλο που αφορά κατ’ αρχάς στην περιοχή (τα Μελίσσια) στην οποία είχα μείνει σε μια εποχή της ζωής μου όταν ήμουν πέντε έως επτά , μακριά από το κέντρο πρώτη φορά. Τότε είχε ένα πρόβλημα οικονομικό ο πατέρας μου και είχε αναγκαστεί να μας πάρει και να μετακομίσουμε στο σπίτι της πεθεράς του, το οποίο ήταν ένα πραγματικό αρχοντικό. Τα Μελίσσια εκείνη την εποχή ήταν εξοχή, κι έτσι για πρώτη φορά στη ζωή μου είχα ένα κηπάκι δικό μου το οποίο φρόντιζα, είχα ένα σκύλο : ζούσα κάτι το μοναδικό σε ένα σπίτι που έμοιαζε με τις Μεγάλες Προσδοκίες. Ήταν μια πολύ έντονη εμπειρία. Επίσης η πεθερά του πατέρα μου είχε πολλά στοιχεία με την ηρωίδα που έχω κτίσει αλλά και με άλλους ανθρώπους της ζωής μου ακόμη και με εμένα. Όλα τα βιβλία εξάλλου είναι αυτοβιογραφίες, ο συγγραφέας είναι όλοι οι ήρωες του εν δυνάμει.
Ταυτόχρονα, στο βιβλίο, από πίσω παίζει η διπλή έννοια του Μελισσιού, ως υπεροργανισμού, όπου κυριαρχεί η βασίλισσα-μέλισσα, η οποία σκοτώνει τους εραστές της. Το βιβλίο πήγε εξαιρετικά, πήρε τις καλύτερες κριτικές που έχω πάρει εδώ και πολύ καιρό και υπάρχει και ως θεατρικό. Για την ακρίβεια είχε αρχίσει ως θεατρικό, αν θεωρητικά «σβήσεις» όλη την πρόζα και αφήσεις μόνο τους διαλόγους θα μείνει ένα ατόφιο θεατρικό έργο. Κάποια στιγμή το ήθελαν και από το Φεστιβάλ Αθηνών. Θα δούμε, προς το παρόν είχε παρουσιαστεί στο Εθνικό Θέατρο ως αναλόγιο το είχε παίξει μάλιστα και η μητέρα μου που της πάει πάρα πολύ ο κεντρικός ρόλος.
Η νέα σου δουλειά;
«To Βιβλίο Της Βροχής», που πάει για Νοέμβριο.
Καστανιώτης πάλι;
Καστανιώτης, ναι. είναι ένας εκδοτικός οίκος που τον νιώθω σαν την οικογένειά μου, είμαι εκεί εδώ και 15 χρόνια. Τώρα άλλαξαν μάλιστα και γραφεία, πήγαν στο ιδιόκτητο κτίριό τους στη Θεμιστοκλέους, είναι πάρα πολύ όμορφα και αισθάνομαι πολύ ωραία κάθε φορά που πάω.
Πάμε τώρα στη δική μου οικογένεια, εγώ έχω υπάρξει σε αρκετές σχέσεις, έχοντας κάνει πολλές λάθος επιλογές… τώρα είμαι σε μια εξαιρετική φάση της ζωής μου, με χαώδη διάφορα την καλύτερη (ή μάλλον είναι μια εμπειρία που δεν μπορώ να συγκρίνω μια και πρώτη φορά μου συμβαίνει έτσι) όλα είναι ελεύθερα και θα γίνουν όσο πιο όμορφα αναβλύσουν. Αβίαστα και αληθινά.
Είπες με ένταση τη λέξη «αβίαστα» οπότε μου δημιουργήθηκε η απορία, η ΒΙΑ υπήρξε στη ζωή σου, έχει παίξει ρόλο;
ΤΕΡΑΣΤΙΟ, η βία έχει υπάρξει πάρα πολύ στη ζωή μου, όσο και να μη φαίνεται. Υπήρξε πολύ έντονη, πολύ υποδόρια αλλά έχει υπάρξει και σε πρώτο πλάνο. Την έχω αντιμετωπίσει με το μόνο τρόπο που ξέρω, κοιτάζοντάς την στα μάτια και πολεμώντας την.
Ένας τύπος βίας είχε να κάνει με το αλκοόλ. Ακόμη και με την αντιμετώπιση του. Γιατί είναι βία ανάποδου τύπου όταν έχεις κόψει το αλκοόλ, το πρώτο πράγμα που κάνεις είναι το να αγοράσεις μια μπουκάλα ουίσκι η οποία μπορεί να σε σκοτώσει το επόμενο δευτερόλεπτο, να τη βάλεις μπροστά σου να την κοιτάς, και να λες, εγώ θέλω να βλέπω τον εχθρό στα μάτια, ένας τύπος βίας είναι αυτός, αντιβίας.
Βία είναι η επέλαση της όποιας ουσίας πάνω σου, η επέλαση του όποιου ανθρώπου πάνω σου. Παρόλο που είμαι ένας πολύ ήπιος χαρακτήρας, στη ζωή μου έτυχαν καταστάσεις όπου ξαφνικά ήρθαν πράγματα και μου επιτέθηκαν εκεί που δεν το περίμενα καθόλου. Αλλά έτσι είναι, δε τα παραγγέλνεις τα πράγματα.
Έχεις πει, και τελειώνω με αυτό θέλω να σε ευχαριστήσω είναι ξέρεις η πρώτη μου συνέντευξη, ότι το αγαπημένο σου βιβλίο είναι ο Όλιβερ Τουίστ, πού ταυτίστηκες, εσύ ένα παιδί αστικής τάξης καλοζωισμένο…
Έχεις πέσει 100% έξω εδώ. Καθόλου καλοζωισμένο, λόγω ενός πολύ δύσκολου διαζυγίου πέρασα πάρα πολύ άσχημα απ όλες τις απόψεις ζώντας πράγματα πάρα πολύ περίπλοκα για ένα παιδί, καμιά συναισθηματική ασφάλεια, μηδενική, πράγματα που για άλλους ήταν αυτονόητα εγώ έπρεπε να τα κατασκευάσω από το μηδέν, αυτό όμως δεν μου έκανε καθόλου κακό εντέλει. Δημιούργησα έναν κατάδικο μου κόσμο ο όποιος μου ανήκει 100%
Για να βρείτε τον Απόστολο Μουτιάκα στο facebook, πατήστε εδώ.





