Από τον Αλέξανδρο Κοντόπουλο
Πάει και αυτό το καλοκαίρι. Όσο περνάνε τα χρόνια, τα καλοκαίρια εξαφανίζονται με ταχύτερους ρυθμούς. Το μόνο που κρατάει λιγότερο από αυτά, είναι κάποιες ''αγάπες''. Ξέρεις, αυτές που χάνονται σαν τα αστέρια.
Τα τελευταία χρόνια ζούμε το καλοκαίρι σε δύο όψεις. Η πρώτη όψη είναι αυτή των άλλων. Και να θες να μην την αντικρίσεις, αυτό δεν καθίσταται εφικτό. Στην σύγχρονη εποχή είσαι δεμένος στον κόσμο των media. Κάπως έτσι αντιλαμβάνεσαι ότι η Μύκονος είναι η νέα Συγγρού. Γιατί περί πορνείας πρόκειται όταν ένα τραπέζι 8 ατόμων χρεώνεται 3.000 ευρώ. Βλέποντας και την πασαρέλα από φοιτήτριες-κουνελάκια καταλαβαίνεις ότι το Nησί των Ανέμων αντιστέκεται σε κάθε είδους οικονομική κρίση.
H όψη των άλλων ενισχύθηκε κατά πολύ από τα social media. Tίποτα δεν μπορεί να χαλάσει τις διακοπές κάποιων. Φωτογραφίες και check in από κάθε γωνία του προορισμού τους, η μια selfie μετά την άλλη και χαράς ευαγγέλια για όσους τρέφονται από τα like. Η ομορφιά της στιγμής όμως απαθανίζεται μόνο στο μυαλό, η προσπάθεία καταγραφής της οπουδήποτε αλλού, απλά τη θανατώνει. Ακόμα και τα βίντεο που τράβαμε σε συναυλίες πρακτικά κακό μας κάνουν, αφού τις περισσότερες φορές δεν τα βλέπουμε ποτέ. Καθόμαστε όμως και τα τραβάμε, χάνοντας την απευθείας επαφή με τον καλλιτέχνη.
Μέσα σε όλα αυτά υπάρχει και η δεύτερη όψη, η όψη η δική μας. Αυτή που αντικρίζουμε όταν βγαίνουμε έξω. Σε αντίθεση μ΄αυτά που βλέπουμε μέσα στα social media, αυτό το καλοκαίρι είδα έναν κόσμο σκοτεινό που δε γελάει με τίποτα. Κάνοντας σύγκριση με άλλα χρόνια, η πτώση στη διάθεση του κόσμου ήταν ολοφάνερη. Μπορεί σ΄αυτό να έχει συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό η οικονομική κρίση που μαστίζει τον τόπο μας, αλλά έχω την αίσθηση ότι αυτό είναι μόνο το κερασάκι. Η κοινωνική παρακμή, που έφερε την απώλεια των πρωτογενών συναισθημάτων, οδήγησε σ΄αυτό το τέλμα. Όταν ο υλισμός και η επιφάνεια είναι σημείο αναφοράς σε όλα, κάποια στιγμή φτάνεις σ΄αυτή την κατάσταση...
Τις μέρες που έμεινα στα δυο ελληνικά νησιά που επισκέφτηκα, συνειδητοποίησα πως ο μόνος τρόπος για να γλιτώσεις από αυτό το τερατούργημα της κοινωνίας μας, είναι να είσαι παιδί μιας μικρής πόλης. Έτσι έχεις μια ελπίδα να ζήσεις όσα ζήσαμε κι εμείς πιτσιρικάδες. Ένα βράδυ που γύρισα νωρίς στο δωμάτιο, αποφάσισα να περπατήσω λίγο κατά μήκος της μικρής πόλης που έμενα. Στον διάβα μου συνάντησα αρκετά παιδιά που έπαιζαν κρυφτό και παιχνίδια που με πήγαν πίσω σε άλλες εποχές. Τελειώνοντας το παιχνίδι τους, μαζεύονταν στο παγκάκι της προβλήτας και αγνάντευαν τη θάλασσα. Θυμήθηκα την εποχή που τα παιδιά άναβαν φωτιά στην παραλία. Είμαι σίγουρος ότι αρκετές στιγμές χάζευαν τα άστρα, κάνοντας όνειρα. Αυτές οι εικόνες ήρθαν στο μυαλό μου. Αυτά τα παιδιά δεν είναι ακόμα χαλασμένα. Πιστεύουν στην αιωνιότητα του έρωτα, της φιλίας, της ίδιας της ζωής. Θα ήθελα να ξαναδω κάτι ανάλογο σε γειτονιές μιας μεγάλης πόλης. Εκεί όπου το καλάμι δε χρησιμοποιείται για ψάρεμα...
Για να βρείτε τον Αλέξανδρο Κοντόπουλο στο facebook, πατήστε εδώ.





